Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗ

Ο σύλλογος ποντίων Νέστου Χρυσούπολης ακολουθώντας πιστά τις παραδόσεις τα ήθη και έθιμα των προγόνων μας αναβίωσε την παραμονή της πρωτοχρονιάς το λαϊκό δρώμενο "μωμόγεροι". Η ομάδα κατευθύνθηκε στους δρόμους της πόλης και στις ποντιακές γειτονιές.


Μωμόγερος: σύνθετη λέξη.
Μώμος: αρχαίος θεός της χλεύης της ειρωνείας και του σαρκασμού ο οποίος εκδιώχτηκε από τον Όλυμπο, επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει τον Δία.

Και γέρος.
Οι μωμόγεροι ήταν λαϊκό δρώμενο.



Έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και βασίζεται σε παγανιστικές λατρείες οι οποίες κατά τους χριστιανικούς χρόνους όχι μόνο απαγορευτήκαν αλλά και αφορίστηκαν. Βλέποντας οι εκπρόσωποι της τον λαό να συνεχίζει να ακολουθεί την παράδοση αναγκάστηκαν να το εντάξουν στο 12ημερο των Χριστουγέννων από τις 24/12 έως τις 5/1. 

12 ήταν τα κεντρικά πρόσωπα του θεάτρου τα οποία συμβόλιζαν τους 12 μήνες του χρόνου. Τον αρχιμωμόγερο η κοτζαμάνο [αρχηγός της ομάδας], τον γέρο και την γριά που συμβόλιζαν τον χρόνο που φεύγει, τον γαμπρό και την νύφη που συμβόλιζαν τον καινούργιο χρόνο και την γονιμότητα και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας που εκπροσωπούσαν την καθημερινότητα. 

Οι μωμόγεροι καυτηρίαζαν την επικαιρότητα της κάθε χρονικής περιόδου. Κατά την περίοδο της ελληνικής επανάστασης με διαλόγους ξεσήκωναν το γένος για την επανάσταση. Υπό οθωμανικής κυριαρχίας αυτό έγινε αντιληπτό και έτσι το κράτος απαγόρευσε το δρώμενο για κάποια χρόνια. Ο ζήλος των Ελλήνων για την προβολή του δεν άφησε ασυγκίνητους τους προεστούς και δημογέροντες οι οποίοι ζήτησαν χάρη από τις αρχές να συνεχίσει να αναβιώνει. Το αίτημα έγινε δεκτό με την προϋπόθεση οι διάλογοι ανάμεσα στους ηθοποιούς να γίνονται στην τουρκική γλώσσα.

 Το έθιμο ξεκινούσε τις πρώτες βραδινές ώρες και οι ομάδες φορώντας παλιά ενδύματα προβιές και κουδούνια και καλύπτοντας τα πρόσωπά τους με στάχτες από τα τζάκια και τα μαγκάλια "μανέατα" ξεχύνονταν στους μαχαλάδες των χωριών του Πόντου συνοδεία παραδοσιακών μουσικών οργάνων [λύρα-αγγείο-ζουρνά-νταούλι]. 
Τα χρήματα που συγκέντρωναν προορίζονταν σε ευπαθείς οικογένειες.